Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

1η Σεπτέμβρη

Η μελαγχολία μου σήμερα δεν περιγράφεται. Παρόλο που είναι μια πάρα πολύ όμορφη καλοκαιρινή μέρα, δίχως αέρα και με ήλιο λαμπερό, εμένα η καρδιά μου είναι μαύρη. Φύγανε όλοι οι καλοκαιρινοί μας μουσαφίρηδες και έμεινα πάλι μόνος με Αυτόν. Που αντί να με προσέξει σήμερα λιγάκι παραπάνω, αφού με είδε έτσι κακοδιάθετο πρωί πρωί, έβαλε πάλι φαΐ στα βρομόγατα κι εμένα με άφησε αμανάτι να ξερογλείφομαι και να περιμένω τις κυρίες πότε θα χορτάσουνε μπας και περισσέψει κανένα κούκουδο να γευτώ κι εγώ κάτιτις για πρωινό. Άκου έχω γίνει σαν έπιπλο και πρέπει να κάνω δίαιτα! Εγώ θα τρώω ό,τι βρίσκω Μεγάλε και όποτε βγαίνουμε έξω θα 'χω όλο τη μύτη μου κάτω και θα ψάχνω, μπας και με νομίζεις κορόιδο, ότι θα κάτσω να πεθάνω της πείνας και ότι θα τρώω μια φορά τη μέρα όπως θες εσύ; Τα μούτρα σου τα είδες που έχεις ξεχειλώσει;
Να τονε, τώρα θα μπει μες στον κήπο και θα καπνίζει το τσιγάρο του ο κύριος κόβοντας βόλτες γύρω από τις κολοκυθιές και τις πιπεριές και τις μελιτζάνες σαν να μην τρέχει τίποτα. Άμα μπω και σου τα κατουρήσω τα κωλοφυτά σου θα μάθεις να μη με ταΐζεις τα πρωινά.

Κάτι λέει όμως. Για να ακούσω. Οι ντοματιές, λέει, πήρανε πίσω. Καλά να πάθεις. Οι μελιτζάνες και τα ξυλάγγουρα όμως πάνε καλά, ακόμα γεννοβολάνε. Εκεί θα πάω να κατουρήσω. Και τα μπρόκολα, λέει, αυτά που φύτεψε προχτές, κι αυτά καλά πάνε. Θα σου τα κανονίσω εγώ...
Να τονε. Σταμάτησε και κοιτάζει το καρπουζάκι που μεγαλώνει. Όποτε το πλησιάζω με διώχνει. Καλά, θα δεις κι εγώ τι θα σου κάνω. Αμα μπει κάνας ποντίκαλος τη νύχτα και πάει να το χαλάσει, δε πάω καθόλου κοντά του.
Κάτι είπε. Άκουσα το όνομά μου. Φώναξε "Μάρτη πάμε"! Ας τρέξω. Είναι ώρα για θάλασσα, καθυστερήσαμε λιγάκι σήμερα. Ο ήλιος έχει ανέβει τρεις πιθαμές πάνω από το βουνό. Στη θάλασσα όλο και κάτι θα βρω να φάω. Όλο και κάποιος θα χει πετάξει κάτιτις από χτες, κάποιοι θα ψήνανε στην παραλία, δεν μπορεί.
Η παραλία άδεια! Κανένας δεν υπάρχει! Φύγανε όλοι μαζί με τους δικούς μας μουσαφίρηδες! Μα συνεννοημένοι είναι οι άνθρωποι κι έρχονται όλοι μαζί και φεύγουνε πάλι όλοι μαζί; Ούτε ένα σάντουιτς πεταμένο δεν έχει, ούτε ένα κόκκαλο από ψητό. Τα νεύρα μου έχουνε πάει πάνω από το κεφάλι μου. Αυτός την έπεσε στην παραλία και απολαμβάνει κι εγώ ψάχνω απεγνωσμένα. Τώρα που θα μπει στο νερό θα του σπάσω τα νεύρα με τα γαυγίσματά μου, να τον κάνω να βγει έξω άψε σβήσε, να μάθει.
Ούτε το μεγάλο πουλί δεν πετάει σήμερα, τι παράξενη μέρα. Τι έγινε άραγε; Το είχα συνηθίσει το μεγάλο πουλί που έκανε τόση φασαρία πάνω από τα κεφάλια μας τόσες μέρες
Ειχε πιάσει φωτιά στο βουνό από πάνω μας, έτσι έλεγε Αυτός. Μια μέρα με πήρε με το τζιπ και πήγαμε εκεί. Φοβήθηκα πάρα πολύ. Μη με παρατήσει στο βουνό και φύγει. Είχε και μια φωτιά τι να σου λέω και τι να μου λες
Τέλος πάντων, το κανε το μπάνιο του ο Κύριος και με φωνάζει να ξαναγυρίσουμε στο μούρκι. Να πάω πάλι εκεί, να κάθομαι και να βλέπω τις βρομόγατες που τρώνε και κοιμούνται όλη μέρα
Ελπίζω να με ταΐσει τώρα μετά τη βόλτα. Αν όχι θα νευριάσω πολύ. Θα σας τα πω αύριο τα μαντάτα
Σας χαιρετώ προς το παρόν γιατί με δένει στο πηγάδι ο Άτιμος για να μη σκάβω, λέει, την ξερολιθιά και βγαίνω έξω από το κτήμα, που να μου σκάψει το λάκκο προτιμώ, παρά να με έχει με το σκοινί στο στύλο και γύρω γύρω να κόβουνε βόλτες οι βρομόγατες.
Θα κάνω μια έτσι και θα του φάω όλη την παραγωγή που έχει αραδιασμένη απάνω στο πηγάδι και σε όποιονε μπαίνει στο μούρκι, του λέει φτύσε τα να μην μου τα ματιάσεις.

Τουλάχιστον η λεκάνη μου είναι φίσκα στο νερό. Μην πεθάνω κι από δίψα
Γεια σας φίλοι μου. Τα ξαναλέμε αύριο. Αν ζούμε
Μάρτης